Ποώδες, ιθαγενές φυτό και ανήκει στο γένος Άλλιον και στην οικογένεια των Λειριοειδών (Liliaceae), στην οποία ανήκει και το κρεμμύδι και το σκόρδο. Το πράσο είναι διετές φυτό:
Μπορούμε να το βρούμε άγριο (Άλλιον το αμπελόπρασον – allium ampeloprasum) και διεσπαρμένο σε όλη την Ελλάδα, στην άκρη του δρόμου και σε εγκαταλελειμμένα χωράφια. Καλλιεργείται ανά την Ελλάδα για τα φύλλα και το βολβό του· ανθίζει τον Ιούλιο και τον Αύγουστο και η συγκομιδή γίνεται το χειμώνα.
Η μαλακτική ιδιότητα του πράσου ήταν γνωστή και στον Αριστοτέλη, ο οποίος το επαινούσε ως ευφωνικόν. Ο Πλίνιος ανέφερε ότι ο Νέρων έκανε συχνή χρήση πράσων με λάδι, για να καλυτερεύει την φωνή του. Μερικές μέρες τον μήνα μάλιστα, έτρωγε μόνο πράσο με λάδι, χωρίς ψωμί.
Εξωτερικά χρησιμοποιούσαν τον χυλό του πράσου, μαζί με γάλα ή ροδέλαιο, κατά της ωταλγίας και των εμβοών των αυτιών. Ψημένα τα πράσα σε τηγάνι με ξύδι τα συνιστούσαν ως κατάπλασμα στους πλευριτικούς. Το ίδιο κατάπλασμα το χρησιμοποιούσαν εξωτερικά για πόνους του λαιμού. Ψημένα μέσα σε φύλλο λαχανίδας, τα τοποθετούσαν ως κατάπλασμα για την θεραπεία των παρωνυχίδων, των εγκαυμάτων, ακόμα δε και των αιμορροΐδων. Τα χρησιμοποιούσαν ακόμη και ως αντίδοτο για δηλητηριώδη μανιτάρια.
Ήταν δημοφιλές εορταστικό φαγητό το οποίο έφτιαχναν μαζί με σύγκλινα. Παλιότερα, οι γυναίκες έβγαιναν στο «πρασολόημα»· μάζευαν τα πράσα και τα έφερναν σε «απυροτσούβαλα» (μικρά τσουβάλια από θειάφι). Τα πράσα τα χρησιμοποιούσαν για εγκαθίσματα στους δύσκολους τοκετούς, από τις πρακτικές μαίες «για να πέσει το λευτέρι» (ο πλακούς).
Η κύρια θεραπευτική δράση του φυτού, την οποία είχαν ανακαλύψει και οι αρχαίοι μας πρόγονοι, είναι η μαλακτική και αποχρεμπτική των βλεννογόνων του αναπνευστικού συστήματος ιδιότητά του (χάρι στο θειοαζωτούχο αιθέριο έλαιο που περιέχει), γι’ αυτό και συνιστάται η χρήση του σε φαρυγγίτιδες, λαρυγγίτιδες, βρογχίτιδες και γενικά όλων των πνευμονικών νοσημάτων.
Περιέχει φώσφορο, κάλιο, μαγνήσιο και ψευδάργυρο (σε μικρές ποσότητες) καθώς και βιταμίνες Α, B, C και φολικό οξύ.


Κανένα σχόλιο